πόλη

πόλη
[-ις (-εως)] η город;

§ η Αιωνία πόλη — Вечный город (о Риме);

η Αγία πόλη — Иерусалим;

η Πόλη Стамбул, Константинополь;
ρωτώντας και στην Πόλη πας погов, язык до Киева доведёт; από την Πόλη ερχομαι και στην κορφή κανέλλα погов, в огороде бузина, а в Киеве дядька

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "πόλη" в других словарях:

  • πόλη — Αστικός συνοικισμός, ο οποίος αποτελείται από ένα σύμπλεγμα δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων, τα οποία χωρίζονται ή συνδέονται μεταξύ τους με δρόμους, πάρκα και πλατείες, και που κατοικείται μόνιμα από σημαντικό αριθμό ανθρώπων –που επιδίδονται σε… …   Dictionary of Greek

  • πόλη — η 1. οικισμός μεγαλύτερος από την κωμόπολη. 2. ως κύρ. όν., Πόλη η Κωνσταντινούπολη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πόλη-κράτος — Ιδιότυπη μορφή κράτους που δημιουργήθηκε στην αρχαία Ελλάδα. Φαίνεται πλέον εξακριβωμένο ότι οι πρώτες πόλεις κράτη εμφανίστηκαν στις ακτές της Μικράς Ασίας, όπου για λόγους άμυνας οι πρώτοι Έλληνες άποικοι οργανώθηκαν σε στερεές αμυντικές θέσεις …   Dictionary of Greek

  • Πόλη — Πόλις city fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πόλη — πόλις city fem nom/voc/acc dual (epic doric ionic aeolic) πολέω go about pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) πολέω go about imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πόλῃ — Πόληι , Πόλις city fem dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πόλῃ — πόληι , πόλις city fem dat sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μεξικού, Πόλη του- — (Ciudad de Mexico). Πόλη (8.591.309 κάτ. το 2000) του Μεξικού, πρωτεύουσα του Ομοσπονδιακού Διαμερίσματος (1.499 τ. χλμ., 8.605.239 κάτ.) και της χώρας. Βρίσκεται στο νότιο τμήμα μιας εκτεταμένης πεδινής ζώνης που ονομάζεται κοιλάδα του Μεξικού.… …   Dictionary of Greek

  • Βατικανού, Πόλη του- — (Citta del Vaticano) Ιδιότυπο ανεξάρτητο κράτος, μέσα στην πόλη της Ρώμης (Ιταλία). Πολιτικά στοιχεία Περικλεισμένη μέσα στα Λεόντεια Τείχη της Ρώμης, η Π. του Β. κατέχει μόνο ένα τμήμα του αρχαίου Ager Vaticanus που απλωνόταν ανάμεσα στις… …   Dictionary of Greek

  • Γουατεμάλα, πόλη — (Guatemala City). Πρωτεύουσα (1.090.310 κάτ. το 2002) του κράτους της Γουατεμάλας. Ιδρύθηκε το 1776, τρία χρόνια μετά την καταστροφή της παλιάς πρωτεύουσας Αντίγκουα από σεισμό. Το 1902, η νέα πρωτεύουσα ισοπεδώθηκε από έναν καινούργιο σεισμό και …   Dictionary of Greek

  • Ακρωτηρίου, Πόλη — Βλ. λ. Κέιπ Τάουν …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»